ἀρετή


ἀρετή
ἡ ἀρετή ['лучшее'] доблесть, превосходство; добродетель (ср. Филарет)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀρετή" в других словарях:

  • ἁρετή — ἀρετή , ἀρετή goodness fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρετή — η 1) добродетель, достоинство, нравственная чистота; ΦΡ. ο δρόμος της αρετής путь добродетели, доброделания; 2) женское имя Этим. дргр. Этимология неизвестна. В Новом Завете слово употребляется в значении «нравственное совершенство», и в… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Ἀρετῇ — Ἀρετή fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρετή — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρετή — goodness fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρετή — Στην πορεία της φιλοσοφικής σκέψης η α. έχει λάβει διάφορες σημασίες. Κατά την ελληνική αρχαιότητα υποδήλωνε την ικανότητα για παραγωγή ωφέλιμου αποτελέσματος. Με την πρώτη αυτή σημασία, η α. είναι προϋπόθεση ευδαιμονίας. Φυσική επιτηδειότητα και …   Dictionary of Greek

  • αρετή — η 1. ικανότητα, αξιοσύνη: Η κυριότερη αρετή ενός ηγέτη είναι να ξέρει να κατευθύνει. 2. προτέρημα, χάρισμα: Έχει μια σημαντική αρετή, είναι ειλικρινής. 3. ο σεβασμός των ηθικών κανόνων: Άνθρωπος με τέτοια αρετή δεν μπορεί να έχει κάνει αυτά που… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀρετῇ — ἀρετάω thrive pres subj mp 2nd sg (doric) ἀρετάω thrive pres ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀρετάω thrive pres subj act 3rd sg (doric) ἀρετάω thrive pres ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀρετάω thrive pres subj mp 2nd sg (epic ionic) ἀρετάω thrive… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρετή — [арэти] ουσ. Θ. добродетель …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ἀρέτη — Ἀρέτας masc voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρέτη — ἀ̱ρέτη , ἀρετάω thrive imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀρετάω thrive pres imperat act 2nd sg (doric) ἀ̱ρέτη , ἀρετάω thrive imperf ind act 3rd sg (epic doric ionic aeolic) ἀρετάω thrive pres imperat act 2nd sg (epic doric ionic aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)